Όταν συνομιλώ με ανθρώπους, συχνά τους ακούω να μιλούν για τα «πρέπει» και τα «δεν πρέπει».
Για κουτάκια στα οποία έχουν βάλει τον εαυτό τους να ζει — άλλοτε συνειδητά, κι άλλοτε χωρίς καν να το καταλάβουν.
Σαν να τους βλέπω να προσπαθούν να φορέσουν ένα κουστούμι που δεν τους κάνει.
Δεν είναι το νούμερό τους. Τους στενεύει. Δεν αναπνέουν καλά.
Ζορίζονται.
Κι αντί να αλλάξουν νούμερο, προσπαθούν να αλλάξουν τον εαυτό τους για να χωρέσουν.
Σφίγγονται. Υπομένουν. Αντέχουν.
Σκέψου για λίγο τον εαυτό σου μέσα στο δικό σου κουστούμι.
Το σακάκι, το πουκάμισο, το παντελόνι, οι κάλτσες, τα παπούτσια, η ζώνη —
το κάθε κομμάτι, ένα «πρέπει».
Μια προσδοκία. Ένας ρόλος. Ένα κουτί.
Αναρωτήσου:
Σου κάνει ακόμα αυτό το κουστούμι;
Αναπνέεις μέσα του;
Το διάλεξες εσύ ή κάποιος το φόρεσε επάνω σου;
Και τώρα που μεγάλωσες, που άλλαξες, που έγινες άλλος — σου ταιριάζει ακόμη;
Αν όχι...
Μπορείς να αρχίσεις να αλλάζεις εκείνα τα κομμάτια που σε στενεύουν.
Να πάρεις μέτρα ξανά. Να ράψεις κάτι στα μέτρα σου.
Ή και να φορέσεις κάτι εντελώς διαφορετικό.
Γιατί οι ανάγκες μας αλλάζουν.
Κι είναι δική μας ευθύνη — και δώρο μαζί — να τους δίνουμε χώρο να αναπνέουν.